29.6.09

Δελτίο ταυτότητας





Όταν έβρεχε
μες στις σταγόνες ζούσα
Εγώ
ήμουν η βροχή –
και στην αιθρία πια η πιο απρόσωπη απουσία.
Ήταν στην απουσία που
ξανάσμιγαν τυφλά οι αχνοί, τα πράγματα,
οι ονομασίες
άρτος, οίνος και πνοή.
Έτσι με το ίδιο πρόσωπο ετούτη την οδό
μπόρεσα και πορεύτηκα
συνέχισα
με το ίδιο πρόσωπο ετούτη την πορεία.


Ελευθέριος Κ. Αλεβιζάκης – Αντωνίου



Ο Ελευθέριος Κ. Αλεβιζάκης – Αντωνίου γεννήθηκε στα Τρίκαλα το 1944. Σπούδασε νομικά, πολιτικές και οικονομικές επιστήμες καθώς και φιλοσοφία στην Αθήνα και στο Παρίσι. Από το 1970 είναι δικηγόρος Αθηνών και ασχολείται παράλληλα (ερασιτεχνικά όπως λέει ο ίδιος) με την μουσική, την ζωγραφική και την ποίηση.
Με μεγάλο σεβασμό και εκτίμηση στο πρόσωπο του Λευτέρη Αλεβιζάκη τολμώ με ταπεινότητα να φιλοξενήσω το «Δελτίο ταυτότητας» που είναι παρμένο από το βιβλίο του «Πείραμα Αντοχής» (εκδόσεις Γαρβριηλίδης).

Στην παρούσα έκδοση ο Ελευθέριος Κ. Αλεβιζάκης – Αντωνίου έχει συγκεντρώσει ποιήματα του γραμμένα από το 1963 μέχρι το 1967.

24.6.09

Λεινουσου μου





Θα φύγει
θα φύγει
θα φύγεις …
ο παλιάτσος καιρός αυτή τη φράση μου σφυρίζει μέρες τώρα
και εγώ τα αυτιά μου θέλω να κλείσω
τα μάτια μου πιο σφιχτά
να μετρήσω μέχρι το εκατό
να φωνάξω φτου ξελευτερία
και μόλις το κεφάλι στρέψω
δίπλα μου να σε βρω,
γιατί πάλι δεν πρόλαβες να μου κρυφτείς
γιατί πάλι θα θέλεις να μ’ ακούσεις
γιατί πάλι θα θέλεις να μου μιλήσεις.

Κάθε που οι τρανοί λιγόστευαν
εσύ θέριευες,
στα πρέπει που μ’ έδιωχναν
και στα θέλω που με ξεχνούσαν
ούρλιαζες παρούσα,
κι όταν τα αφρισμένα απόνερα
απ’ την απέναντι όχθη με έπαιρναν
στην αντικρινή αποβάθρα με καρτερούσες.
Σε λόγια που μ’ αφάνιζαν μαχαίρι κάρφωνες,
στον πυρετό σου δάκρυα κύλαγες,
αντρίκεια με τους θυμούς σου μάλωνες,
όσες φορές με τ’ άδικο σε κέρασα
με το εδώ σου με συγχώρεσες
κι όταν τα προμηνύματα σου
οι φόβοι μου Κασσάνδρες τα βάφτιζαν
(στους χρησμούς σου μην υπακούσω)
ο χρόνος την απολλώνια κατάρα
σ’ ευχή την κάμωνε.

Κόκκινο όμως τώρα το φανάρι κοριτσάκι
εδώ σταματάμε …
ξέχωρα σε λίγο θα κατεβούμε
δεν θα περπατήσουμε παρέα μέχρι την καγκελόπορτα ξανά
και οι πρωινές μας καλημέρες μέσα σε παρενθέσεις θα γείρουν.

Όμως πριν στρίψεις
και τούτο πάρε μαζί σου
κατευόδιο στις διαδρομές σου
«ακτίνα του κύκλου μου πάντα θα ‘σαι
αποστάσεις δεν θα σε πάψουν… »

A.K.

21.6.09

ερωτηματολόγιο

.

Τι ντύθηκες άραγε
τότε που ‘ρθες να μ’ ανταμώσεις ;

Τι πίσω από τις μάσκες σκέπασες ;
Η θωριά τ' αληθινό κράταγε
ή ψέμα μασκαρεμένο για τις περί στάσεις ;

Ποιο βλέμμα στην ομίχλη κρύφτηκε ;
κι όταν τα σώματα αμήχανα αγγίχτηκαν
ποια ντράπηκαν λόγια;

Κλειστά τα βλέφαρα …
να δραπετεύσουν ή να ταξιδέψουν
θέλησαν ;

Και εκείνες
οι στολισμένες λέξεις
παρθένες
ήταν ;

Οι θεατρίνοι μετά την παράσταση
-που για χάρισμα μου δόθηκε -
ποιο ρόλο εξέλισσαν ;


Σε πόσα από τα παραμύθια
τα μάγια λύθηκαν ;
Α.Κ.

17.6.09

άηχο


Όταν γίνονται απόμερες οι ανάσες των ανθρώπων,
το βημόθυρο ξεκλειδώνει ο πίσω χρόνος.
Ο χρόνος ο χαμένος και ο κερδισμένος αντάμα.
Καλπάζει ανάμεσα σε λάφυρα και πληγές,
σ’ ασέληνους και πανσελήνους ουρανούς,
με τα νύχια χαράζει
όλο και πιο βαθιά
να αφουγκραστεί ...

για ακόμη μια φορά
τους χτύπους
που σαν σεπτοί ήλοι σ’ έθρεψαν.


Εκεί οι λέξεις δεν ηχούν
δεν φτιάχνουν λόγια
σωπαίνουν.
Οι πιο φλύαρες σιωπές ένδον.

A.K.

8.6.09

κάποιος μου φώναξε Ελπίδα και χαμογέλασα


Βαρέθηκα τα λυπημένα βλέμματα
που κρύβουν μέσα τους βάλτους,
με τα δήθεν οράματα,
τους στόχους
τις αντοχές,
τις ανοχές,
τις κατοχές.
Βαρέθηκα τα θε(ό)ρατα βλέμματα
που σαν δαρμένο σκυλί σε εκλιπαρούν να τα χαϊδέψεις.

Βαρέθηκα την φόλα των δήθεν πονεμένων ανθρώπων,
βαρέθηκα να την καταπίνω και να ψοφάω μαζί τους.
Βαρέθηκα τις πλύσεις μυαλού και στομάχου
πως η ελπίδα είναι παγίδα.

Χαμογελώ
σ’ αυτούς που πιάστηκαν στα δίχτυα της και από ζωή σπαρτάρησαν.

Α.Κ.