30.10.09

σε Σένα ...




στο σώμα σου που με γέννησε
στην αγάπη σου που μ’ έθρεψε
στις φτερούγες σου που με τύλιξαν
στην αγκαλιά σου που με παρηγόρησε
στα λόγια σου που με θέριεψαν
στα όχι σου
στα ναι σου
στην χαρά και στον πόνο που μοιραστήκαμε
στους φόβους που νίκησες
στο ξαντό που μου φανέρωσες
στις μάχες και στις συμμαχίες μας
σε Σένα
να πω θέλω
με λόγια σαν κι αυτά που κουβεντιάζαμε
πως τα χρόνια που χώρια τα διαβαίνουμε
δεν σε λιγόστεψαν στην ψυχή μου

                                
α.κ.


22.10.09

επικλητικό



Δίωξε τις κίτρινες μνήμες μου …
δεν θέλω να θυμάμαι
τίποτα από εκείνο το γαλάζιο που ξεθώριασε
-στις αναβολές των περιστάσεων -
και που χλωμό πρόσωπο χωρίς λαλιά και βλέμμα
απέμεινε να στέκει εντός μου.

Σπάσε τους καθρέφτες
που πίσω από την πλάτη
ορίζουν χρόνους
παλιούς.
Απόκαμα να μετρώ τις αποστάσεις με το χθες
-ήρθε!... και επίγνωση έφερε -
μα τώρα να προσπεράσει πρέπει
τους αυλοκόλακες καταργώντας
για να ευδοκιμήσει περηφάνια πάλι.

Πάρε μακριά των καραβιών τις μνήμες
που μέσα τους
λαθρεπιβάτης ταξίδεψα
θωρώντας από την θάλασσα
τα απόνερά της.

Σφράγισε τα μισάνοιχτα όστρακα,
άλλα παραμύθια
για γοργόνες και καραβοκύρηδες
μην καμώσουν.

Σώπασε τις φωνές
που ξέχασαν πως προφέρεται τ’ όνομα μου
στο μόνο και στην σιγασιά της νύχτας

Κλείσε τους δρόμους
που αθόρυβα περπάτησα
εφησυχασμούς να μην ταράξω
και φόβους επαναπαυμένους μην ξυπνήσω
των ανθρώπων που πίστευαν
πως το λίγο βαστούσαν.

Στάξε μούχρωμα
στην νοσταλγία των μικρών πραγμάτων
που κάτω από φανοστάτες κάθονται
φως να κλέβουν
και θεόρατα να σκιάζουν.


Διέλυσε τις πλάνες του νερού
που κάποτε πίστη βάφτιζα.
Ντύσε με ανυποψίαστες αλήθειες
τους τοίχους της κάμαρας μου.


Και …
σκέπασε τον θυμό του χειμώνα
άλλο κρουστάλλιασμα
στην ψυχή μου
μην στείλει.


Έτσι ας γίνει.
α.κ.


9.10.09

Λαφυραγωγός Άνεμος




Oνειρόθρευτος άνεμος
άλεκτα λόγια λευτέρωσε,
που σε πορφύρες
-χρόνια πολλά-
ήταν σφραγισμένα.

Μες στ' ανεμογύρι του
με χώμα και μ' αλάτι
μορφές ιδανικές έπλασε
για να σε παρασύρει.

Με τα βοερά χτυπήματα του
τις χίμαιρες από τ' ανέφικτο
μοιάζει να αποκόβει.

Και εσύ θωρώντας τον,
σαν άμμος
από της πέτρας την σχισμή
χύνεσαι,
ποθώντας να ενωθείς μαζί του.

Μην τον αγγίξεις!
Μύθους θα εξανεμίσει
άλκιμος να φαντάζει
την ευθραυστία σου να εξαπατά
τις αντοχές σου να διαπερνά
τις ανοχές σου να σαρκάζει
τις προσφορές σου να λησμονά.

Περίτρανος θα στροβιλίζει,
πάντα με χορούς διχαλωτούς
θα σου δίνετε,
που άλλοτε δύο θα 'στε
κι άλλοτε ένα
εσύ.

Πίστη μην δείξεις!
Και όταν τη δίνη του ταΐσει
και η ορμή του κοπάσει,
στο κάλεσμα των φόβων του
θα υπακούσει
και στην γενέθλια γη του
θα επιστρέψει
σκορπίζοντας στην άπνοια
εμμονή
προσμονή
αναμονή
υπομονή
μόνη.
Φεύγα!

α.κ.