9.1.10

Υποθέσεις

.



Και να που οι αποστάσεις
πιστά τις διαστάσεις τους διαφύλαξαν
με σταθερό το μήκος και το πλάτος.
Το μόνο που ίσως κατάλυσαν
είναι οι υποστάσεις τους.

Και να που στις αποστάσεις
ο χρόνος με το λιόγερμα σμίγει
και στο σύθαμπο
δύσκολα η ματιά μου
το περίγραμμα των πραγμάτων
χωρίς υπόσταση
ξεχωρίζει …

όπως εκείνη την σκιά
που σαλεύοντας 
θαμποφέγγει...
κάπου εκεί
ανάμεσα στη θρόη του δέντρου
και στο βρυγμό της θάλασσας

και που ...
σαν άνθρωπος φαντάζει
έτσι όπως τα πατήματα του
σέρνονται στο χώμα.

Κάτι θα πρέπει να κουβαλάει
γιατί η ανάσα του
βαριά
κοφτή
φτάνει τώρα στ’ αυτιά μου

ίσως το βάρος της ζωής του κουβαλά
ίσως όμως και να ερωτοτροπεί
με σκιές άλλες
άφωτες
γιατί υπάρχουν κι έρωτες αψυχη
που λαίμαργα μόνο τις σάρκες τους ταΐζουν.

Σκοτάδι πια
τίποτα δεν σαλεύει
κι ήχος
κανείς …

ώσπου 
το τρίξιμο μιας πόρτας
τ’ άηχο ραγάει

ίσως η καγκελόπορτα μιας αυλής
να ‘ναι,
ενός σπιτιού
χωρίς φώτα…
στα παράθυρα
στις χαραμάδες
στο κατώφλι

ίσως οι άνθρωποι μέσα του
μ’ όνειρα γλυκά ξαποσταίνουν
ίσως όμως την αταξία τους κρύβουν
στα σκοτάδια
άφωτα
γιατί υπάρχουν και σπίτια αχαρα
που με τις νύχτες την ασχήμια τους σκεπάζουν

ίσως …

Και να που στις αποστάσεις
που δεν μπόρεσαν να κρατήσουν τις υποστάσεις τους
μόνο οι υπό θέσεις απόμειναν
όμως κι αυτές
αδιάφορες μοιάζουν
καθώς πια ανάμεσα στα φώτα της ενδοχώρας μου
εις
χωρώ.
α.κ.