15.2.15





Η πόλη αποκοιμήθηκε κουρασμένη από τις αλληγορίες των ανθρώπων.
Στους τοίχους χαραγμένες σκιές πραγματικότητας
μιας άλλης ζωής
χθεσινής.

Το λάβαρο των εαυτών που ύψωσες αποπνέει μεσίστιο,
αποκαμωμένο από το ανεκπλήρωτο που αντηχεί
στο γερασμένο είδωλο σου.

Δέσμιος μια μορφής αλλοτινής,
κρατάς βαλσαμωμένη στις ρυτίδες του χρόνου
μια ατελή παιδικότητα
προσμένοντας ακόμα
εκείνο
το ένα ξημέρωμα
που δεν ήρθε ακόμη
λησμονώντας πως ο κόσμος
ξημερώνει πάντα στις φλέβες.

α.κ.