16.7.16






Έκλαψαν οι ιτιές στο φευγιό σου
έλυσαν  στον άνεμο την κόμη τους και θρήνησαν
-όχι για τον χαμό σου-
για τ’ ανεπίστρεπτο του χρόνου.
Κι αν κάποια βράδια ο άνεμος  
επέστρεφε
βουίζοντας κάτι απ’ τ’ όνομά σου,
τίποτα εδώ δεν στάθηκε ίδιο.

Τα εξεγερμένα όνειρα
μιας πατρίδας μακρινής
-που ξενιτεύτηκαν ένα βράδυ-
τελμάτωσαν σ’ αδειανά χέρια
όταν οι άνθρωποι με τα πολλά πρόσωπα
έσμιξαν σ’ ένα.


α.κ.